προσέχω


προσέχω
προσ|έχω ['держать при чем'] приближать, придвигать; π. τον νοῦν обращать внимание на что; к. την ναῦν причаливать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "προσέχω" в других словарях:

  • προσέχω — προσέχω, πρόσεξα, προσεγμένος βλ. πίν. 31 Σημειώσεις: προσέχω : η μτχ. προσεγμένος χρησιμοποιείται ως επίθετο (→ αυτός που έγινε με προσοχή, επιμέλεια, φροντίδα) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προσέχω — hold to pres subj act 1st sg προσέχω hold to pres ind act 1st sg προσχώννυμι heap upon imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσέχω — ΝΜΑ 1. έχω στρέψει την προσοχή μου σε κάτι, σκέπτομαι, παρατηρώ ή παρακολουθώ κάτι με ενδιαφέρον (α. «πρόσεχε στο μάθημα» β. «προσέχειν τῶν ἐμπείρων... ταῑς ἀναποδείκτοις φάσεσι», Αριστοτ.) 2. αντιλαμβάνομαι, διακρίνω (α. «ήταν κι αυτός εκεί αλλά …   Dictionary of Greek

  • προσέχω — πρόσεξα, προσέχτηκα, προσεγμένος 1. προσηλώνω το νου, παρακολουθώ, έχω το νου μου: Προσέχω τον καθηγητή μου που διδάσκει. 2. επιτηρώ, φυλάγω ή φυλάγομαι: Πρόσεχε τους ανθρώπους που σε κολακεύουν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προσέχω — [просэхо] р. обращать внимание, быть внимательным, заботиться о ком либо, присматривать за кем либо …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προσέχετε — προσέχω hold to pres imperat act 2nd pl προσέχω hold to pres ind act 2nd pl προσέχω hold to imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσέχῃ — προσέχω hold to pres subj mp 2nd sg προσέχω hold to pres ind mp 2nd sg προσέχω hold to pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεσχηκότα — προσέχω hold to perf part act neut nom/voc/acc pl προσέχω hold to perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεχόμενον — προσέχω hold to pres part mp masc acc sg προσέχω hold to pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεχόντων — προσέχω hold to pres part act masc/neut gen pl προσέχω hold to pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεῖχον — προσέχω hold to imperf ind act 3rd pl προσέχω hold to imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)